Αρχική ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΡΔΥΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΦΑΡΔΥΣ

331
0
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

fardis1Ο Νικόλαος Φαρδύς ήταν λόγιος, ο οποίος γεννήθηκε στη Σαμοθράκη το 1853. Ο πατέρας του Βασίλειος τού μαθαίνει τα πρώτα γράμματα και σε ηλικία 12 ετών πηγαίνει στη Σμύρνη, όπου εργάζεται και συγχρόνως σπουδάζει ψαλτική και μουσική με το Νικόλαο Πρωτοψάλτη Σμύρνης και φοιτά στο Αρρεναγωγείο. Από το 1870 ως το 1874 πιθανολογείται η θητεία του ως δασκάλου σε πόλη της Θράκης.

 

 

Το 1874 μπαίνει στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης, όπου φοιτά μαζί με τους Αργυρόπουλο, Σολομωνίδη, Αρώνη και άλλους γνωστούς μετέπειτα ανθρώπους των γραμμάτων. Με το τέλος των σπουδών του επιστρέφει στη Σαμοθράκη και νυμφεύεται την Ασσανιώ Φραγκομιχάλη, καθ’ υπόδειξη της μητέρας του. Θα αποκτήσει μαζί της οκτώ παιδιά, την Απαρθενιά, την Μυρσίνη, τον Αρίσταρχο, τον Δημοκλή, τον Βασίλη, την Κυβέλη, την Λευκανία και τον Γεώργιο.fardis2

Κατά την περίοδο των σπουδών του στη Σμύρνη συγκεντρώνει μελωδίες που ακούει, όπως αναφέρει ο ίδιος, στους δρόμους, τις ταβέρνες και άλλα μέρη. Κάποιες από αυτές δεν είχαν προσεχθεί από τους ειδικούς παρά μόνο για τους στίχους τους, όπως γράφει ο Μ. Φ. Δραγούμης. Στη σχολή διακρίνεται μεταξύ των συμμαθητών του και, όπως διασώζει ο Μιχάλης Αργυρόπουλος (Ρήγας Ραγιάς), κατέγραφε σημειώσεις από ό,τι μελετούσε και όταν ο δάσκαλος έλειπε, ο Φαρδύς τον αντικαθιστούσε αυθόρμητα.

Μετά τη Σμύρνη, ο Φαρδύς αποφασίζει να σπουδάσει Ιατρική στη Μασσαλία. Συγχρόνως παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδιά ομογενών. Συνεργάζεται με έγκυρα περιοδικά, όπως η «Ανατολή» της Σμύρνης με θέματα που αφορούν την ιστορία, τη διάλεκτο και τα τραγούδια της Σαμοθράκης. Στο περιοδικό «Σιών» της Αθήνας δημοσιεύει άρθρα γύρω από εκκλησιαστικά θέματα. Πρεσβεύει ότι κάτι πρέπει ν’ αλλάξει στο εκκλησιαστικό κατεστημένο, αλλά ταυτόχρονα ανησυχεί για τους εξωγενείς κινδύνους της Ορθοδοξίας, όπως η μαγεία.

Το 1884 πραγματοποιείται η έκδοση της Διατριβής του «Περί άτονου και απνευμάτιστου γραφής». Στο κείμενο του αναλύει απόψεις του για την κατάργηση των τόνων και των πνευμάτων, τα οποία θεωρεί διακοσμητικά και μόνο στοιχεία, που δυσκολεύουν τη σωστή γραφή κειμένων από το λαό. Σχολιάζει πως ο λαός, μετά την πνευματική στέρηση που υπέστη επί Τουρκοκρατίας, δυσκολεύεται στην εκμάθηση της γλώσσας και τα πνεύματα και οι τόνοι εντείνουν αυτή τη δυσκολία. Εξηγεί πως μόνο κάποιες λέξεις που ο λάθος τονισμός τους αλλάζει και τη σημασία τους χρειάζονται τόνο. Ακόμη επισημαίνει ότι τα πνεύματα και οι τόνοι δεν υπήρχαν ως εξαρτήματα της αρχαίας γλώσσας που διαβαζόταν τραγουδιστά και το νόημα της ύπαρξής τους τώρα έχει χαθεί και μόνο διακοσμητικό ρόλο επιτελούν.

‘’Επειδή όμως τινές νομίζουν ότι, αφαιρουμένου του σημείου του τονισμού, θα επέλθη δυσκολία εις την ανάγνωσιν, δια τούτο, προς εξομάλυνσιν παντός προσκόμματος, δύναται να γίνη χρήσις ενός μόνο σημείου, μιας οξείας λόγω χάριν, δια την τονιζόμενην συλλαβήν των δισυλλάβων και υπερδισυλλάβων λέξεων, αυτόχρημα καθώς ετονίσθη και η τελευταία αυτή παράγραφος. Ούτως δε, ουδείς πλέον ποτέ θα δύναται να αντιτάξη τι’’.

Το 1887 επιστρέφει στη Σαμοθράκη και αναλαμβάνει τα πρακτικά της Εκκλησίας ως Αρχιερατικός Επίτροπος και πρακτικογράφος. Συμμετέχει στα κοινά, άλλοτε ως Δήμαρχος και άλλοτε ως ζωτικό δυναμικό κύτταρο της Σαμοθράκης. Ψάλλει στην εκκλησία ως γνώστης της εκκλησιαστικής μουσικής.

Από το νησί του παρακολουθεί την πνευματική και φιλολογική κίνηση, ασκεί την Ιατρική, ασχολείται με τα κοινά, ψάλλει, ασχολείται με τη μουσικολογία και αρθρογραφεί πάνω σε λογοτεχνικό, ιστορικό, θρησκευτικό, αρχαιολογικό, γλωσσολογικό, λαογραφικό, νομισματικό, γεωλογικό και ιατρικό υλικό, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο μελετητής της μουσικής συλλογής του Φαρδύ Δραγούμης .

Ο Φαρδύς οδηγεί και ξεναγεί τους επίσημους επισκέπτες του νησιού. Θεωρεί τιμή του να συμμετέχει στις έρευνες του Γάλλου ερευνητή Σαμπουαζό που το καλοκαίρι του 1891 οργανωμένα περισυλλέγει ό,τι πολύτιμο μπορεί να βρει στον αρχαιολογικό χώρο της Παλαιάπολης:

‘’…προς Β του πύργου της Παλαιαπόλεως εις 200 περίπου μέτρων απόστασιν από της βάσεως αυτού, παρετήρησα θέσιν τινά επίπεδον σχήματος κυκλικού… η θέσις του οικοδομήματος τούτου… είναι τω όντι μαγευτική. Ο οφθαλμός του ανθρώπου έχει εκείθεν παρούσαν όλην την από του Ακρωτηρίου μέχρι των θερμών Ακρόπολιν της Σαμοθράκης, ο δε κ. Champoiseau δεν ανήρεσε την γνώμην μου ταύτην.’’

Στα 1890 σημειώνει τις παρατηρήσεις του για τη γρίπη που ενέσκηψε στη Σαμοθράκη. Με τη μελέτη αντιμετωπίζει την υγεία των συγχωριανών του τη σωματική, αλλά το ίδιο κάνει και για την ψυχική τους υγεία, όπως φαίνεται απ’ τα πρακτικά της εκκλησίας, όπου αναγράφονται θέματα της ζωής των χωρικών που προστρέχουν προς λύση των προβλημάτων τους στην διαιτησία της εκκλησίας.

Aπό το 1890 και μετά γίνεται μέλος διαφόρων ελληνικών και ξένων επιστημονικών συλλόγων, συμμετέχει σε μουσικούς αγώνες και συγχρόνως ανακοινώνει σκέψεις του για την πορεία και τα καταστατικά των μουσικών αγώνων. Στις 10 Νοεμβρίου 1897 ανακοινώνεται ότι παραλήφθηκε η αγγελία του Ελληνικού Επιθετολογίου του, που όμως έκτοτε δεν εμφανίζεται και για το οποίο η κόρη του Φαρδύ, Μυρσίνη Φαρδύ, σύζυγος Βάκη Μαλαματίνα, διηγείται ότι δόθηκε από την Ασσανιώ Φαρδύ στον Ίωνα Δραγούμη προς έκδοση.

Η σχέση του με τους συλλόγους που προαναφέρθηκαν δεν περιορίζεται στην αποστολή υλικού για διαγωνισμούς, αλλά και στην αποστολή θεωρητικών άρθρων. Το 1893, χρονιά των σεισμών για το νησί της Σαμοθράκης, ο Φαρδύς συντάσσει σχετικό άρθρο και στη συνέχεια ολοκληρώνει τη θεωρία του για τα Ζγόραφα «ως κέντρον των σεισμών της Σαμοθράκης». Επίσης, το 1898 τυπώνεται το «Σχολικό Ανάγνωσμα» και ένα χρόνο μετά «Τα νομισματικά της Σαμοθράκης». Το «Επιθετολόγιο» και η «Ιστορία της Σαμοθράκης» μένουν ανέκδοτα λόγω οικονομικών δυσκολιών. Ωστόσο, κάποια λογοτεχνήματα όπως ο «Ανθρωποσώστης αίλουρος» εκδίδεται, ενώ άλλα όπως «Η νήσος των φαγάδων», «Το πρώτο μου φίλημα», «Η Ορφανή» και άλλα μαζί με ανέκδοτα, σατιρικά ποιήματα, λαογραφικό υλικό και παραμύθια, μένουν ανέκδοτα.

Οι τελευταίες του δημοσιεύσεις είναι εμπνευσμένες από την προσωπικότητα του Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού, για τον οποίο γράφει έναν ύμνο που θα βραβευθεί.

Ο Φαρδύς πέθανε το 1901, σε ηλικία 48 ετών.